24.8.15

ένα ακόμη καλοκαίρι

Ένα ακόμη καλοκαίρι. Αύγουστος στην πόλη.

Πριν τρία χρόνια πέθανε ο μπαμπάς. Αύγουστο. Σήμερα έλεγα μια ιστορία που όταν έπαιρνε τηλέφωνο άφηνε ένα μικρό κενό μέχρι να ακουστεί η φωνή του (πάντα τηλεφωνούσε από τον δρόμο κι ακουγόταν φασαρία) μήνες μετά αφότου είχε πεθάνει, κάποιος πήρε κι άφησε ένα μικρό κενό μέχρι να μιλήσει κι ακουγόταν η γνωστή φασαρία και για μια στιγμή η καρδιά μου σφίχτηκε και θεώρησε πιθανό το παράλογο ενδεχόμενο να είναι εκείνος. 

Σήμερα καθώς περπατούσα δίπλα στο Σύνταγμα, πέρασα από 'κει που έπαιρνες το τρόλει παλιά και κοίταξα μήπως είσαι μέσα στο τρόλει που έφευγε εκείνη τη στιγμή, ενώ ήξερα πως δεν κάνει πια τέρμα εκεί κι ότι εσύ είσαι κάπου αλλού. Παλιά συνήθεια. Καπνίζω λίγο και μ' αρέσει. Κακή συνήθεια.

Χθες περπατούσα στην Ακαδημίας. Μ' αρέσει η Ακαδημίας τα βράδια του Αυγούστου -σταθερά- αναρωτιέμαι αν στο είπα ποτέ αυτό. 
Αυτή την πόλη την ξέρω περπατώντας την. Είτε μόνος είτε μαζί σου. 

Καμιά φορά τώρα πια φοράω μακριά παντελόνια και κλειστά παπούτσια το καλοκαίρι.
Γράφω τώρα ξανά σε αυτό το κιτρινισμένο τετράδιο, που με έπεισες να ξεκινήσω να γράφω κι εγώ δίσταζα αλλά το 'κανα, κι ας έγραψα βλακείες. 

Όλα είναι αλλιώτικα κι όλα αφόρητα ίδια. 
Είμαι μόνος. Δεν με πειράζει. Δεν περιμένω πολλά. Δεν περιμένω τίποτα για να είμαι ακριβής. Υπάρχει λίγη σκόνη στα βιβλία μου, δεν μ' ενοχλεί. Κοιμάμαι το ξημέρωμα. Πονάει το σώμα μου και το αντέχω. Κάποια βράδια βλέπω όνειρα και καμιά φορά τα θυμάμαι. Συχνά κλαίω και δεν με πειράζει. Πενθώ. 

Βλέπω ότι οι κύκλοι ολοκληρώνονται, οι πόρτες για κάποια περάσματα κλείνουν - κι ας ήμουν εγώ πάντα αφελής και πίστευα ότι θα έμεναν ανοιχτές. 
Βλέπω τώρα ότι η ζωή από δω και πέρα κι ήδη από πιο πριν είναι μια ατέλειωτη σειρά αποχαιρετισμών. Κι αυτό πονάει και πρέπει να μάθω να το αντέχω. 

Έχω εδώ δίπλα το βιβλίο του Βαβούρη, ανάμεσα σε άλλα χαρτιά και ποιήματα - μόνο ποίηση διαβάζω τελευταία - σημειώσεις με σκέψεις που δεν θα σου πω ποτέ. Μένω ακόμη στο πατρικό μου. Παίρνω ακόμη τα ίδια λεωφορεία. Μου αρέσουν ακόμα τα ίδια τραγούδια. Σε σκέφτομαι. 
Θα βρεθούμε, θα σου πω τα νέα μου, θα μου πεις τα δικά σου. 
Σε άλλα νέα, οι άνθρωποι κάνουν παιδιά, παντρεύονται, πληρώνουν φόρους, έχουν δάνεια και πλυντήρια πιάτων κι άλλες οικοσυσκευές. 
Εσύ δεν έχεις βάλει ακόμα air-condition. Βγαίνεις έξω, έχεις νέους φίλους, και μια ζωή καινούρια.
Σε άλλα νέα παριστάνουμε οι άνθρωποι ότι μπορούμε να ζούμε σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Βρίσκουμε κάπως τις αντοχές και ζούμε, ζούμε βασισμένοι σε μια εντολή επιβίωσης που είναι πιο δυνατή από την (οικεία) θέληση του θανάτου. 

Σκέφτομαι σήμερα μια ιστορία για κάποιον που φύτεψε έναν κήπο για να ζήσει μέσα η αγαπημένη του, όλη του τη ζωή τον προετοίμαζε και τον φρόντιζε, τον γέμισε με λουλούδια, σπάνια φυτά, δέντρα ψηλά και βότανα, για να μπορεί μια στιγμή, μια ολόκληρη και αναπόδραστη στιγμή να πει: αυτό είναι για σένα και να της δώσει ένα κλειδί για τον κήπο. Κι εκείνη θα το πάρει μάλλον θα του χαμογελάσει, ακόμη δεν ξέρω αν θα έχει αλλεργία στα λουλούδια ή θα του πει πως κάποιο βράδυ, όταν ήταν ακόμη μικρή και τα όνειρα ήταν λίγο μεγαλύτερα, είχε δει έναν τέτοιο κήπο κι έναν άντρα να τον φροντίζει κι ότι αυτό το όνειρο το δέχτηκε σαν μοίρα. 

Ξέρεις κάποια φυτά το καλοκαίρι πεθαίνουν από ξηρασία, σαν να πεθάνει κάποιος από δίψα ας πούμε. Δεν υπάρχει κηπουρός που να μην στεναχωριέται με αυτό αλλά και που να μην μπορεί να ζήσει με αυτό το βέβαιο γεγονός του θανάτου. 

Άλλα ήθελα να σου πω, πάλι φλυαρίες. Συχώρα με που δεν έγινα καλύτερος με τις λέξεις.


Θα περάσει κι αυτό. 
Θα περάσει κι αυτό το καλοκαίρι, Θα μας αλλάξει ανεπανόρθωτα χωρίς να το πολυκαταλάβουμε, χωρίς να υπάρχει επιστροφή. Αθόρυβα θα γίνουν όλα. 
Κι εμείς θα πούμε - σαν να μην πονέσαμε, σαν να μην ήταν όλα φριχτά κι αφόρητα - πως ήταν ένα ακόμη καλοκαίρι.



11.4.13

κηπουρική


Φυτεύεις ένα σπόρο,
με την ευχή,
με την ελπίδα,
ότι στη στιγμή του θ' ανθίσει.
Αν
βέβαια
ο σπόρος θελήσει,
αν
βέβαια
και το έδαφος είναι κατάλληλο,
αν
βέβαια
δείξει κανείς την απαραίτητη επιμέλεια και φροντίδα,
αν
βέβαια
έχει κι αρκετή λιακάδα
- όχι υπερβολές στο νερό –
Αν
Βέβαια
δεν τον ξεράνει ο βοριάς

θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος σα να λέμε.

Κι απ' την άλλη
τ' αγριολούλουδα
ξεπηδάνε στους αγρούς 
και στα βράχια
μπουμπουκιάζουν,
αντέχουν
στις πιο αντίξοες συνθήκες
αντέχουν.

Και καμιά φορά κι οι σπόροι στις γλάστρες ακολουθούν το παράδειγμα των μακρινών ξαδέλφων τους.
Φύση.
Βγάλε άκρη. 

7.8.12

όλα τελειώνουν

έτσι κι αυτό. 

Ο κύκλος έκλεισε. 

Αντίο κι ευχαριστώ.

Εις το επανιδείν. Και επαναγράφειν. 

31.12.11

όπου 11 βάλε 12

Ministry of Time

Αγαπητέ / Αγαπητή ... , 

όπως ίσως θα έχεις ακούσει, ο χρόνος πραγματικά δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο μια απειροελάχιστη κίνηση από την μια στην άλλη στιγμή. Κι έτσι κάτι γλιστράει προς τα πίσω και κάτι ξεφεύγει προς τα μπρός, οι δύναμεις τους είναι ίσες κι έτσι εσύ μένεις στο παρόν. Σαν ακίνητος. 

Έμεις όμως βρήκαμε έναν τρόπο για σένα να μετράς αυτά που έφυγαν προς τα πίσω και σχηματίζουν ένα συνεχώς αυξανόμενο βουναλάκι. Και για να σε διευκολύνουμε σου δώσαμε την επιλογή να μπορείς να τα σκαλίζεις και να τα ψαχουλεύεις. Έτσι θα τα βρείς τοποθετημένα τα όσα έζησες σε ενότητες των 365 ημερών και κάποια σε ενότητες των 366, κοινώς ανά έτος. Αν επιθυμείς περαιτέρω διαχωρισμό σε μικρότερες ενότητες (όπως μήνες, μέρες, ώρες, στιγμές) σου δίνεται η δυνατότητα να τον κάνεις μόνος σου.  Κατά τη χρήση της υπηρεσίας κάποια τμήματα του αρχείου μας μπορεί να μην είναι εύκολα 'ή εξ ολοκλήρου προσβάσιμα καθώς και να μην εμφανίζονται στις αναζητήσεις σου.

Να σε ενημερώσουμε επίσης ότι έχεις την επιλογή  να βάλεις ξέχωρα από τα υπόλοιπα κάποια πράγματα που θέλεις να βρίσκεις πιο εύκολα (βλ. Μενού Αγαπημένα). Δυστυχώς δεν μπορείς να πετάξεις τίποτα από όλα αυτά, αλλά μην ανησυχείς η υπηρεσία μας παρέχει άπλετο χώρο. Φυσικά σου δίνουμε την επιλογή κάποια να μπορείς τα "ανακυκλώσεις", κοινώς να τα μετουσιώσεις σε κάτι χρήσιμο. Ακόμη κάποια μπορείς να τα κλείσεις σε αποθήκες και να προσπαθήσεις να τα ξεχάσεις - εμείς δεν σου εγγυώμαστε την επιτυχία αυτού του εγχειρήματος. 

Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τη διαχείριση των ετών και του χρόνου διάβασε το παράρτημα "Προσωπική Εργασία".

Η υπηρεσία μας επίσης κρατάει αρχείο με όλα αυτά που έχεις πεί ότι θ' αλλάξεις κατά καιρούς. Σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής σου. Επίσης παρέχουμε ένα back up αρχείο με τις ετήσιες δεσμεύσεις, αλλιώς γνωστές ως "new year resolutions", της τελευταίας δεκαετίας. Καθώς λοιπόν πλησιάζει το τέλος αυτού του χρόνου μπορείς σε αυτό το αρχείο να δημιουργήσεις υποκατηγορία για το 2011. Το αρχείο θα το βρείς στο μενού "Δεσμεύομαι". Η υπηρεσία μας φυσικά είναι πολύ διακριτική και για λόγους ασφαλείας, πρόσβαση σε αυτά τα αρχεία παρέχεται μόνο σ' εσένα.
Να σου υπενθυμίσουμε τέλος ότι δεν χρειάζεται κάποια ενεργοποίηση της υπηρεσίας και παρέχεται χωρίς κάποιο επιπρόσθετο κόστος. Επίσης ότι σε περίπτωση που είτε λόγω δικής σου  κακής χρήσης και ευθύνης, είτε χάρη σε αστάθμητους παράγοντες (ασθένειες, κλπ) διαγραφούν ή χαθούν ολικά ή μερικά τα δεδομένα η υπηρεσία μας δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη.

Σου ευχόμαστε να δημιουργήσεις άφοβα ένα μεγάλο "βουναλάκι" με εμπειρίες για το έτος 2011 και είμαστε στη διάθεση σου όλο το 24ωρο, κάθε μέρα της εβδομάδας.

Φιλικά, 

Υπηρεσία Αρχειοθέτησης & Απολογισμού
Τμήμα Προσωπικής Μνήμης
Υπουργείο του Χρόνου

28.10.11

το παρελθόν (σου χτυπάει την πόρτα)

Ήταν βράδυ. Αργά πολύ. Άκουσε χτύπους στην πόρτα. Ανησύχησε λίγο, μάζεψε λίγο θάρρος και έφτασε ως την εξώπορτα. Κοίταξε απ' το μάτι δεν φαινόταν κανείς. Άνοιξε δειλά και είδε ένα κουτί μ' έναν φιόγκο. Καθώς το σήκωσε είδε ότι στην κάρτα έγραφε: "το παρελθόν σου".

Δεν μπορούσε να διακρίνει αν ήταν κάποιου είδους αστείο ή κάτι το μεταφυσικό. Το έστησε μέσα στο σαλόνι και το κοίταζε. Σε άλλη περίπτωση θα το είχε ανοίξει αμέσως. Όχι απόψε που ήταν δειλός και γεμάτος μεταμέλεια. 

Έπεσε για ύπνο. Μόνο που ήταν αδύνατο να κοιμηθεί με "το παρελθόν του" παρόν, στο σαλόνι του και τυλιγμένο μ' έναν φιόγκο. 
Το άνοιξε. 

Θα ήθελε πολύ εκείνο το κουτί να ήταν άδειο και να τον ρούφαγε μέσα του και σαν άλλη Αλίκη σε κάποια χώρα των Θαυμάτων να βρισκόταν. Όμως όχι. Το κουτί περιείχε ένα μικρό μπουκαλάκι. Και πάνω ένα σημείωμα: "για την καρδιά - όταν κρυώνει". 
Το άνοιξε και μια μυρωδιά ξεχύθηκε σ' όλο το χώρο - πως χώρεσε τόση ζωή σ' ένα μπουκαλάκι, αναρωτήθηκε. 

Κανένα τζίνι δεν βγήκε, το άρωμα δεν έγινε άνθρωπος, δεν μίκρυνε ούτε μεγάλωσε, τίποτα τέτοιο. Η καρδιά του όμως μαλάκωσε λίγο στη θύμηση αυτής της ζωής που άφησε πίσω του. Αυτής της ζωής που κάποτε έμοιαζε και μπορεί και να ήταν αληθινή. 

Ψέμματα. Δεν ήταν αληθινή εκείνη η ζωή. Και το ήξερε. Κι αυτός κι ο αποστολέας του παράξενου αυτού πακέτου. Αυτό που ήταν ζωντανό ήταν η εκκρεμότητα εκείνη που είχε αφήσει πίσω του. Η εκκρεμότητα  που ήρθε να του χτυπήσει την πόρτα και να του θυμίσει ότι είναι ζωντανός κι ότι έπρεπε να ζήσει λίγο, μόνο λίγο, πριν πεθάνει. Πριν γίνει κι εκείνος ανάμνηση. Αλλά όλα αυτά επέλεξε να μην τα σκεφτεί, να μην τ' ακούσουμε κι εμείς. Κι ας ήξερε πως ήταν αυτή η αλήθεια.

24.9.11

Ο καθρέφτης

Μπήκε στο δωμάτιο. Δεν άναψε αμέσως τα φώτα. Βρήκε στα τυφλά το δρόμο του ανάμεσα στα λιγοστά έπιπλα. Ανάμεσα στις στοιβαγμένες του συνήθειες. Έπειτα κάθισε για λίγο στην πολυθρόνα αυτή απέναντι από τον καθρέφτη που μέσα στο σκοτάδι αντιφέγγιζε λίγο από το φως που έπεφτε από το παράθυρο. Λίγο της νύχτας, λίγο του δρόμου, λίγο του απέναντι σπιτιού. Δεν κοίταζε την μορφή του στον καθρέφτη. Δεν έβγαλε τα ρούχα του. Έμεινε λίγη ώρα εκεί ακόμη σιωπηλός. Ο αέρας πηχτός σαν ακίνητος γύρω του. Δίστασε. 
"Πως τρυπώνει έτσι αθόρυβα η θλίψη", είπε ούτε δυνατά, ούτε ψιθυριστά. 
Κι έπειτα άναψε το φως. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Όχι ότι τον ένοιαζε η εικόνα του. Έβγαλε τα ρούχα του και στάθηκε ολόγυμνος να κοιτάζει τον εαυτό του. Ο νάρκισσος είχε πεθάνει από καιρό. 
Πήρε ένα μαρκαδόρο κι άρχισε να ζωγραφίζει ένα χαμόγελο στον καθρέφτη μιας κι ο ίδιος αδυνατούσε να χαμογελάσει. Του έμοιασε ανάρμοστο μέσα στη γύμνια το ψέμα. Το έσβησε. 
Κοιτάχτηκε ώρα πολλή. Κάποτε ανατρίχιαζε. 

Έψαχνε να βρει κάτι γνώριμο. Κάποιο εκ γενετής σημάδι που να του ορίσει μια διαδρομή προς τα πίσω και πως λοξοδρόμησε από αυτή. Κάποιο έστω σημάδι ότι αυτό το σώμα βίωσε κάτι που άφησε το αποτύπωμα του αναλοίωτο πίσω του.
Άρχισε να δακρύζει. Χωρίς λυγμό, χωρίς ήχο, χωρίς παράπονο.
Τα δάκρυα αυλάκωναν τα μάγουλα του, το λαιμό του, το στέρνο κι όλο κατέβαιναν προς τα κάτω, τις ιερές περιοχές και τη γη στο τέλος. 
Όλο κι έτρεχαν σαν μια πηγή που ανάβλυζε και τον ξέπλενε από το μακιγιάζ μιας παράστασης που έπαιζε. 
"Είμαι ένας ηθοποιός που ξεχάστηκε μέσα στο ρόλο, που πέρασε το έργο για πραγματικότητα. Η Αλίκη κατάφερε να βγει μέσα από τον καθρέφτη, εγώ; Δεν ξέρω ποιος είναι πραγματικός. Ο εαυτός είναι ρόλος. Ο εαυτός δεν είμαι εγώ. Εγώ δεν είμαι εγώ. Εγώ δεν είμαι ούτε εσύ. Είμαι ένας ηθοποιός που ξεχάστηκε μέσα στο ρόλο, που πέρασε το έργο για πραγματικότητα. Η Αλίκη κατάφερε να βγει μέσα από τον καθρέφτη, εγώ; Είμαι ένας ηθοποιός που ξεχάστηκε μέσα στο ρόλο, που πέρασε το έργο για πραγματικότητα. Είμαι ένας ηθοποιός που ξεχάστηκε μέσα στο ρόλο, που πέρασε το έργο για πραγματικότητα." 

Κι έπειτα πήρε τον καθρέφτη και τον έσπασε. Κι έτσι έμειναν για ακαθόριστη ώρα, σπασμένοι κι οι δυο, είδωλο και αλήθεια. Κι έκλαψε πραγματικά. Αληθινά. Αρχέγονα. Σαν εκείνη την πρώτη ανάσα που πληγώνει τα πνευμόνια. Μετέωρος ανάμεσα στα σπασμένα κομμάτια. Πληγωμένος από τα σπασμένα κομμάτια. Παγιδευμένος ανάμεσα στο δυο.
Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω χωρίς να την κλείσει. Άρχισε να τρέχει και να κατευθύνεται κάπου προς το άγνωστο. Οδεύοντας κάπου ανάμεσα σε μια κατάσταση ονείρου και πραγματικότητας ήλπιζε το όνειρο να μην είναι πιο γρήγορο από την αλήθεια και να το προφτάσει πριν να είναι αργά. Πριν αποδεχτεί ότι έζησε μια ζωή χαμένη. Μια ζωή αποτελούμενη από θραύσματα. 

Νομίζω ότι ακόμα τρέχει. Αν τον δεις να περνάει από δίπλα σου σε παρακαλώ πες του ότι δεν ήταν όλα χαμένα, δεν ήταν όλα ψεύτικα, δεν ήταν όλα μάταια, ότι οι Μήδοι δεν διέβηκαν στο τέλος. Κι αν δεν μπορείς κάτι απ' αυτά σκέπασε τον με κάτι να μην κρυώνει. Ή βγάλε τα ρούχα σου και τρέξε μαζί του κι εσύ. Μόνο μην τον αφήσεις μόνο μέσα στο κρύο, χωρίς κατεύθυνση κι αιτία. Σε παρακαλώ. 
Μπορείς πάντα να τον αγνοήσεις και να συνεχίσεις το δρόμο σου σα να μην τον συνάντησες ποτέ. Σα να ήταν μια σκιά που πέρασε πίσω σου στον καθρέφτη.

30.7.11

for now

Δεν έχω και πολλά να πω στους άλλους. 
Δεν έχω και πολλά να πω σε μένα. Κι ίσως αυτό να με προβληματίζει περισσότερο. 
Αυτές οι διακοπές που δεν είναι καλοκαιρινές. Ούτε ηθελημένες. 
Οι κάπως επιβεβλημένες.
Κι αυτό που μοιάζεις ώρες - ώρες με μια λευκή κόλλα χαρτί. Που τσαλακώνεται.
Και προσπαθείς να την ισιώσεις ξανά.
Και ξέρεις ότι είναι μάταιο. Για τώρα. Για την ώρα.



24.6.11

Τότε, πιο πολύ

Πιο πολύ θυμάμαι τις βόλτες στο αυτοκίνητο με τον πατέρα μου. Τότε πριν πέσει από το βάθρο του και πριν έρθει η συμφιλίωση χρόνια πολλά αργότερα. Γενέθλια χρόνια. Τότε που καθόμουν στο μπροστινό κάθισμα αν και ήμουν πολύ μικρός για να κάθομαι μπροστά. Τότε που ότι κι αν μου αγόραζε έλεγα: "να πάρω ένα και για τον αδερφό μου". Τότε που αισθανόμουν ασφαλής, χωρίς κανέναν προφανή λόγο, τότε που δεν ήξερα ότι η ζωή είναι μια εναλλασσόμενη κίνηση από αβέβαια παρόντα, πανταχού, ασφαλής και καθισμένος σ' ένα αυτοκίνητο με μοναδική χαρά τη στιγμή, την μετακίνηση. Σε μια βόλτα που τώρα πια, χρόνια πολλά μετά, μοιάζει μια μεγάλη βόλτα δίχως αρχή και δίχως τέλος. Τα ξερά χόρτα το καλοκαίρι να γίνονται χιόνια του χειμώνα και αυθάδεις πρασινάδες και λουλούδια την άνοιξη. 

Πιο πολύ νοσταλγώ εκείνο το αίσθημα που μετασχηματίζει τη ζωή από ασαφείς όγκους και πεδιάδες δίχως αρχή και δίχως τέλος σ' ένα φαντασιακό χώρο όπου όλα γίνονται πιθανά και οι άνθρωποι και τα πράγματα αναλαμβάνουν ρόλους ηρώων και μαγείας. Εκείνη τη φαντασία που έκανε τ' άδεια κιβώτια διαστημόπλοια και έβαζε τα παιδιά στο προαύλιο να παίζουν παιχνίδια της στιγμής από έναν αδιάκοπα τροφοδοτούμενο αυτοσχεδιασμό. 

Ίσως να είναι ένα παιχνίδι όλα αυτά και να μετακινούμαστε από στιγμή σε στιγμή με το ψευδές αίσθημα ότι είμαστε ασφαλείς και αυτάρκεις ενώ περιμένουμε κάποιον να μας μετακινήσει, να μας συγκινήσει, να μας κάνει να δούμε τη ζωή μέσα από φίλτρα μαγικά και χρωματιστά. Ψηφιδωτά από χαλίκια που κουβαλάμε στο στόμα μας για να μη χάσουμε το δρόμο της επιστροφής και τα φτύνουμε σα να' ναι λέξεις. Σα να' ναι υπάρξεις αληθινές.
Ίσως πάλι αυτός ο κάποιος, ο ερχόμενος, ο ταξιδευτής, αυτός που μετακινεί, που συγκινεί, να μην υπήρξε παρά μόνο στην ίδια την φαντασία που τον γέννησε. Δειλή φαντασία δικαιολογία για έναν άτολμο ονειρευτή.

Πιο πολύ θυμάμαι τις βόλτες στην παραλία και τα παιχνίδια στην αμμουδιά. Πιο πολύ νοσταλγώ την αθωότητα στα βλέμματα. 

Πιο πολύ θυμάμαι τις στιγμές που έμοιαζαν αληθινές. Πιο πολύ νοσταλγώ τις αγκαλιές που ήταν. Αληθινές. 

Πιο πολύ λυπάμαι για εκείνα που δε δόθηκαν, αντίδωρα σε δώρα και δώρα δίχως παραλήπτες. Αισθήματα και πράξεις ανεπίδοτες.
Πιο πολύ λυπάμαι για εκείνες τις βόλτες που τελείωσαν. Πολύ νωρίς. 
Πιο πολύ λυπάμαι για τη ζωή που γλιστράει ανάμεσα απ' τα μεσοδακτύλια σαν την άμμο στις κλεψύδρες.
Πιο πολύ θυμάμαι, πιο πολύ νοσταλγώ, πιο πολύ λυπάμαι τους χαρταετούς που δεν πέταξα όλες εκείνες τις  Δευτέρες. Καθαρές ή μη.
Πιο πολύ θυμάμαι, πιο πολύ νοσταλγώ, πιο πολύ λυπάμαι αντί να αρχίζω απ' την αρχή. Αντί να κρατώ έναν παλμό στο χέρι μου. Αντί να δρασκελίζω το παρόν. Με άλλα λόγια: αντί να ζω.

22.6.11

σε β' ενικό

Λες κάτι άλλο απ' αυτό που εννοείς. 
Λες κάτι άλλο απ' αυτό που θες. 
Γίνεσαι κάποιος άλλος απ' αυτόν που είσαι.
Και χάνεσαι.

Ζητάς. 
Και κρύβεσαι πίσω απ' το δάχτυλο σου. 
Όμως εγώ ξέρω ότι είναι το ίδιο δάχτυλο που σου πλήγωσε τ' αδράχτι και κοιμήθηκες.

Σε ποιόν κόσμο να βρω το θάρρος να σε ξυπνήσω; 
Ποιό όνειρο να σου ψιθυρίσω να ονειρευτείς;
Ποιά αλήθεια να σου πω που δε θα πληγώνει;
Ποιά θάλασσα να σταλάξω στο στήθος σου;

Μια μέρα που θα ξυπνήσεις και θα' χουν τελειώσει όλα αυτά, θα δεις. Ξανά. Ποιος είσαι. Και ποιος ήσουν. Λιγάκι πιο καθαρά.

21.6.11

story

Λίγη η μοναξιά, πολλή η υπομονή. Ή μήπως μου τα' λεγες ανάποδα; 
Πόσα γράμματα χωρίς παραλήπτες και πόσα γράμματα με παραλήπτη που έμειναν σε συρτάρια, μπορεί να χωράει ένας άνθρωπος μέσα του, σε ρωτούσα. 
Δεν απαντούσες. 
Δεν μιλούσα κι εγώ. 
Και μέναμε στη σιωπή μας. 
Που μεγάλωνε και πλήθαινε όπως και τα γράμματα στα συρτάρια. 
Καλύτερες οι σιωπές, το ξέραμε κι οι δύο.
Τα οξεία τ' αντέχαμε, τ' αμβλεία μας κοίμιζαν. 
Κι οι αναμνήσεις γέφυρες για ένα παρελθόν ανύπαρκτο.
Στ' ανέφικτα να μου κρατάς το χέρι.
Στα δύσκολα να μου χαμογελάς. 
-Θυμάσαι τότε που μ' έσωσες από βέβαιο πνιγμό; 
-Θυμάμαι τότε που έμαθα τα φωνήεντα από την αρχή.

Το σ' αγαπώ δεν είναι λέξη. Είναι ύπαρξη. Μέσα του να ζεις.