12.7.10

a random walk


Ένα βράδυ έφτασε στις γραμμές του τραίνου και τις ακολούθησε. Περπατούσε ανάμεσα τους σα να χόρευε. Δεν θα του έκανε καμιά διαφορά αν τα τραίνα περνούσαν ή όχι. Δεν ήταν αυτοκτονικός, μόνο κάπου ήθελε να πάει. Δεν τον ένοιαζε που μπορεί έτσι μέσα στα σκοτάδια της διαδρομής να τρόμαζε κανέναν.
Καμιά φορά έπιανε τον εαυτό του να σφίγγει τη δεξιά του γροθιά. Ασυναίσθητα. Κι έπειτα τη χαλάρωνε. Και κάποτε την ξαναέσφιγγε. Ούτε ο ίδιος ήξερε γιατί. Ήταν μάλλον σα να προσπαθούσε να κρατήσει κάτι.

Έπιασε στην τσέπη του ένα χαρτί. Τσαλακωμένο. Ένα γράμμα αδιάβαστο κουβαλούσε. Αδιάβαστο και άγραφο.
Είναι φορές που θέλουμε κάτι να πούμε και δεν τα καταφέρνουμε, σκέφτηκε κι έκανε μια μικρή στάση. Σηκώθηκε μετά από λίγο και συνέχισε να περπατάει.

Ένα πρωινό πέρασε κάποια σύνορα. Έτσι του φάνηκε.
Από μακριά ακουγόταν ο ήχος του πρώτου τραίνου της μέρας. Χαμογέλασε κι ευχήθηκε να είχε κάποιον να μοιραστεί εκείνο το παράξενο πρωινό. Σκέφτηκε πως αυτό θα ήταν μια ωραία έναρξη για  μια κάποια επιστολή: "Από μακριά διακρίνω τον ήχο του τραίνου"... 
σταμάτησε να περπατάει κι άρχισε να γράφει.


Είναι φορές που κάτι θέλουμε να πούμε. Και μετά ψάχνουμε και σε ποιόν να το πούμε... 


3 σχόλια:

  1. an k o titlos ths anarthshs sou mou 8umise ena agaphmeno episthmoniko 8ema telika parolo pou milage gia kati entelws diaforetiko mou arese..

    keep walking

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ευχαριστώ πολύ - αν και νομίζω ότι δεν είναι κι από τα καλύτερα μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή